ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΤΗΣ
ΡΟΥΛΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ «ΠΛΗΓΕΣ ΠΟΥ ΘΡΕΨΑΜΕ»
( Διάνυσμα Εκδ. 2015)

Από τον Αντώνη Περδικούλη


Ο πόνος λαμπροφορεμένος διατρέχει ολόκληρο το σώμα της ποιητικής οικοδομής της Ρούλας Τριανταφύλλου ( Η ποιήτρια γεννήθηκε στην Αμαλιάδα Ηλείας).
Ο θάνατος λές και ασάλευτος βράχος ριζώνει πεισματικά στον ρέοντα Λόγο της και δυσκολεύεται να αποκολληθεί. Μέσα από πρόσωπα ανθρώπων και δίπλα σε χαώδεις γκρεμνούς τρέχει ασθμαίνοντας η ζωή που περνά. Ένας ανασασμός βαρύς,γέννημα της Μοίρας που έστειλε την Κλωθώ να της γράψει τα άγνωστα.... Πένθιμος ασπασμός στην γλυκιά μνήμη, μέσα στην πηχτή σιωπή που επιβάλλεται αστραπηφόρα.
Η Λέξη στην γραφή της Ρ.Τ. φέρει στεφάνι ακάνθινο και αιματώνει το χαρτί. Όπου κι αν την αγγίξεις σε πονά, σε ξεκουφαίνει από κραυγές!!..
« .κραυγή μαρμαρωμένη στη σιωπή …..και ο γαρμπής αμείλικτος…..το τοπίο νεκρή φύση..»
Της ψυχής το σακί γεμάτο και βαρύ, προδρομίζει το αγγελόκρουσμα:
«..μη με πονάς άλλο καρδιά, κράτα κι ένα ψέμα για το τέλος..»
Δεν ανθοφορεί η άνοιξη και το καλοκαίρι ερημικό. Ακατοίκητο τοπίο. Απογυμνωμένο, σαν την ψυχή που ο καθρέφτης των λέξεων μας αποκαλύπτει. Αυτή η εμμονική έλξη στον θάνατο, δηλαδή στο μαύρο και ασύλληπτο χώρο της ανυπαρξίας, δεν μπορεί παρά να πηγάζει από ασύλληπτο και κυρίαρχο Πόνο.
« ..κανένας ήλιος δεν θα ζεστάνει τα τραύματα της νύχτας..» , ένας στίχος που ομοιάζει με αφορισμό ή στην καλύτερη εκδοχή με απέλπιδα πνοή που παραδίνεται... Προχωρώντας η βουβαμάρα του θανάτου θα σκεπάσει μάτια, χείλη, χαμογέλια. .Επιβάλλεται ακαταμάχητα:
«..μην απορείς με την πίκρα που νιώθεις στο στόμα..»
Για να εισβάλλει η ποιήτρια στην θάλασσα της Χίμαιρας, εκεί που μήτε τόπος,μήτε χαρά,μήτε κανάλι ευτυχίας πνέει,παρά η νηνεμία της Ουτοπίας:
“..στ’ αθεμέλιωτα σπίτια δεν ριζώνουν ελπίδες..»
Μια μακρόσυρτη μελαγχολία έχει εμφιλοχωρήσει στην πονεμένη γραφή της Ρούλας Τριανταφύλλου και τούτο διαλάμπει στους εξομολογητιικούς της τόνους. Η οδυνηρή κι αιμορροούσα νοσταλγία θαμπώνει κάθε εικόνα μιας αγέννητης ευτυχίας:
« ..ο νόστος απ΄ τη μια ,κι απ’ την άλλη εσύ. Λωτοφάγος που ξέχασες..»
Ό, τι καταρρακώνει την ποιήτρια πιο πολύ είναι η αδικία των ανθρώπων, η μικροψυχία, τα προσωπεία, η περισσεύουσα υποκρισία. Δεν νοεί μια κοινωνία ανθρώπων τόσο αγέλαστη, άτεγκτη , ανέραστη. Γι’ αυτό προτιμά να αυτοεξορίζεται στο νοερό κελί της ιδεατής χαράς της:
« ..εκ γενετής αυτοεξόριστοι σκαλίζουμε σκοτάδια , να δούμε το άπειρο..»
Πίσω απ΄το παράθυρο της αναχωρήτριας.. παραβγαίνουν στην ομορφιά τα πιο ελεύθερα στοιχεία:
«..ζωγραφισμένος με νερομπογιές ο δικός μου ουρανός,ξεθωριασμένο γαλάζιο..»
Όμως μέσα σε όλο αυτό το μούχρωμα, να’ σου και ξεπετάγονται ηλιαχτίδες χαμόγελου,ακούγονται ξεπηδώντας τα θραύσματα μιας φωτεινής θεοδοσίας—πρόσκαιρα μάλλον?
«..ο τοίχος έπεσε, το δωμάτιο πλημμύρισε φως..»,βλέπουμε τους στίχους ωραιότροπους και με τόση συμβολική αλληγορία να μεταβάλλουν την ατμόσφαιρα, κάνοντας την ίδια την ποιήτρια να εξανίσταται μέσα σε μοτίβο μιας πολυπόθητης ρέμβης…Εδώ όλα τα στοιχεία,ήλιος, αέρας,ουρανός συγχωνεύονται σε μια δύναμη, αυτή που είναι και το πρώτο ζητούμενο στην Ποίηση,στην Συγκίνηση,η οποία ανακινεί τα εσώψυχα..
Έχω μελετήσει με προσοχή όλες τις ποιητικές καταθέσεις της Ρ.Τ. έως τα τώρα. Τολμώ να πώ σήμερα ότι η γραφή της έχει ωριμάσει συγκριτικά με τις προηγούμενες, αναβαθμίστηκε ως εύρημα ποιοτικό, γιατί προφανέστατα διήλθε μέσα από φωτιά και σίδερο, δοκιμάστηκε , σφυρηλατήθηκε με έντονα βιώματα, πολλά διαβάσματα και ακόμη περισσότερη άσκηση, αφαιρέθηκαν πολλά περιττά ,για να αναδυθεί πιά μια Ποίηση εξόχως ρεαλιστική, αλλά και συμβολιστική, με το διάδημα της καθαρής κι ενίοτε ελλειπτικής γραφής.. Ιδού ένας στίχος που διασφαλίζει την πεποίθησή μου αυτή:
« ..Ναούς χτίζω, τα λάβαρά μου καίω, αρνητής και λάτρης γίνομαι..»
H Ρ. T. έχει το αισθητήριο της ποιητικής ευαισθησίας σε υπερθετικό βαθμό. Η ποιητική της ασκητική είναι εμποτισμένη στον πόνο, αλλά και στον έρωτα, και όπως συνήθιζε να λέει ο πρωτοκορυφαίος Νεοέλληνας ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης , «,,ένας ποιητής γράφει αληθινά και ωραία όταν είναι είτε πολύ πονεμένος είτε πολύ ερωτευμένος..» ( Ο Διάπλους του Καθρέφτη).
Άφησα επίτηδες για το τέλος το ποίημα ΧΡΟΝΟΣ, το οποίο μου άρεσε περισσότερο όλων και αβίαστα μπορώ να το χαρακτηρίσω ως θεσπέσιο δείγμα της καθαρής προσωπικής λυρικής γραφής της Ρούλας Τριανταφύλλου. Εξηγούμαι:
Oι προσωποποιήσεις αναδεικνύουν μιαν αίσθηση ζωγραφικής αναπαράστασης. Το επίθετο λειτουργεί ζωηφόρα, σα να ιερουργεί το όλο ποίημα. Τα ουσιαστικά-υποκείμενα οριοθετούν την κατεύθυνση του ποιητικού ενστίκτου. Μια πειθαρχία μελωδικότητας είναι φανερή, ένας ρυθμός που κάνει τον στίχο ευλύγιστο , σαν χρυσαυγές φωταγώγημα. Επίσης αξιοσημείωτη είναι η μετρική τεχνική του ποιήματος. Αν πάλι επιχειρήσει κανείς να κάνει ηχηρή ανάγνωση του ποιήματος---στην ηχηρή ανάγνωση το κάθε ποίημα αναμετριέται με το έχει του---τότε θα αισθανθεί, δίχως να χρειάζεται να εξηγήσει άλλο τι,την ομορφιά αυτή και την καθαρότητα των Λέξεων για τα οποία μιλώ. Ιδού, παραθέτω ολόκληρο το ποίημα για να το χαρεί και ο αναγνώστης;
« Αμείλικτος χρόνος……Ξέφρενος καβαλάρης
Αλίμενη θάλασσα……Αθώρητος βαρκάρης
Μοίρα ορίζει…………. Πέτρινη ανάσα
Άγνωρη γη……………..Άμορφη όψη
Θανάτου ανερμήνευτη……..»
Στο πλατύ το αλώνι της ευγενεστέρας των Τεχνών, της Ποίησης, όπου η ευλογία και η κατάρα συναντώνται πολλές φορές, όπου ο έρωτας κι ο θάνατος κονταρο-
χτυπιούνται ανελέητα, σε αυτό το αλώνι της ατέλειωτης δημιουργίας, όπου η Ποίηση μεγαλώνει χωρίς να γερνά, η Ρούλα Τριανταφύλλου έχει τις αντέννες της γερές ώστε να συλλαμβάνει πάντα την καλύτερη γύρη των ανθών της έμπνευσης.
Οι ΠΛΗΓΕΣ ΠΟΥ ΘΡΕΨΑΜΕ είναι καρπός βιωμάτων και παθών, έργο λυρικό πρωτίστως , αλλά ως το μεδούλι του τραγικό, κατακοσμούμενο από μουσικές και χρώματα που μπορούν να ερμηνευτούν ως βαθύς λυγμός.
Μακρυνός απ’ τη μία, ωστόσο συγκαιρινός και ζωντανός ο Κώστας Καρυωτάκης είναι παρών, σα να διαλαλεί κι εκείνος μαζί με την ποιήτρια τον εύψυχο στίχο της:
«..νύχτα που αργεί να ξημερώσει η ζωή..»˟
1˟ το ίδιο σκεφτόταν κι ο Καρυωτάκης όταν έγραφε το ποίημά του ΝΥΧΤΑ, της συλλογής Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, 1919: «..είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.»


Αντώνης Περδικούλης
Ποιητής, Δοκιμιογράφος
Αύγουστος 2015









ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΑΘΛΙΟΥ ΡΟΛΟΥ
Μήνας Σεπτέμβρης
Το μεγάλο ρολόι στον τοίχο δείχνει 5:48’.
Πέρα στον ορίζοντα πύρινες καμπύλες
διαγράφουν τα βουνά.
Σε λίγο θα ξημερώσει.
Το λευκό σπίτι θα λουστεί και πάλι στο φως,
στα χρώματα του ήλιου.
Εκείνη θ’ αφήσει κλειστά τα παράθυρα.
Κανένας ήλιος δεν θα ζεστάνει τα τραύματα της νύχτας.
Κανένας δεν θα επουλώσει τις πληγές.
Έτσι κι αλλιώς, ψηλά στον ουρανό σύννεφα ταξιδευτές
με πέπλα θα τον καλύψουν -σαν έναν παράνομο εραστή.
Μπροστά στον καθρέφτη χαμογελά,
χορεύει, ξεγελά τον εαυτό της χρόνια.
Κατά γράμμα τηρεί σενάριο άθλιου έργου,
που εκείνος σκηνοθέτησε.
Ένας μονόλογος και βουβοί λυγμοί διαπερνούν τους τοίχους.
Σήμερα θα συντρίψει τα είδωλα,
τον καθρέφτη,
το πρόσωπο δανεισμένο από τ’ αγάλματα.
Στις ευθείες γωνίες σπάζουν τα συναισθήματα φτερά πεταλούδας.
Τέρμα στη διαδρομή της αιώνιας αναμονής.
Μήνας Σεπτέμβρης
Το μεγάλο ρολόι στον τοίχο δείχνει 5:48’.
Δεν την νοιάζει πια η θέση του ήλιου.
Σε λίγο θα νυχτώσει.
Μαζί με τη νύχτα θα ’ρθει κι ο θάνατος,
φορώντας τη μάσκα σκηνοθέτη ενός άθλιου έργου.






ΣΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Κι έγιναν οι άνθρωποι θεοί.
Ακονίζουν σίδερα, καυτά σπαθιά.
Μαύρισε ο ουρανός,
καμπάνες πένθιμες τραγούδια των πουλιών.
Αλίμενη η νύχτα δυο σύννεφα ναύλωσε δίχως βροχή.
Κι εγώ,σε έρμη γη, ανάδελφη,
με πανωφόρι παλιό,
τρύπια παπούτσια,
ξυπόλυτο μυαλό.
Έσκυψαν πάνω μου πολλοί-κάτι να πάρουν.
Στην τσέπη ένα χαρτί: Κρατώ στα δόντια την ψυχή.
Φαντάσματα γλιστρούν απ’ τις γωνιές .
Κρύβομαι από πειρατές.
Με πλάγιο ήχο θα στο πω: «Κοίτα, μας πρόδωσαν οι καιροί»
Γίνετε αντίλαλος η φωνή: «Σαν από θαύμα επιζώ»
Πνίγομαι, πρέπει να φύγω.
Νιώθω ένα τράνταγμα γερό.
Ξημέρωσε.
Με τρόμαξες…
όνειρο ήταν.
Ο εφιάλτης είναι δω.
Κομμάτια του καιρού.
Στις εκβολές του τίποτα
Χάραξε η θάλασσα
ταξίδια αλαργινά,
μα ούτε δέντρο ούτε πουλί.
Στην τσέπη το χαρτί να μου θυμίζει το κενό
Στην ανυπαρξία των καιρών.


ΟΥΤΟΠΙΑ
Στα αθεμέλιωτα σπίτια,δε ριζώνουν ελπίδες.





ΡΩΓΜΕΣ

Ώρες ναυαγισμένες του κόσμου οι σιωπές
Μέρες κουρελιασμένες φώναζαν:
«Ένα ποτάμι ακολουθεί… ένα ποτάμι».
Στην όχθη του θυμήθηκα δυο ρωγμές
του ήλιου χέρια που δεν πρόλαβαν.
Νύχτας αλμυρό νεφέλωμα
σε δέντρου εκατοχρονίτικου σκιά
αποκοιμήθηκα…






Ρ Ο Υ Λ Α Τ Ρ Ι Α Ν Τ Α Φ Υ Λ Λ Ο Υ
ΠΛΗΓΕΣ ΠΟΥ ΘΡΕΨΑΜΕ
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Δ Ι Α Ν Υ Σ Μ Α
ISBN: 978-618-81901-5-3

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Kohës kur robëruan zogjtë – Baladë nga Roula Triandafilou / Shqipëroi: Vasil Çuklla

Σχήματα Σκιές